Στις 20 Οκτωβρίου του 1980, στην παραλία του Αγίου Γεωργίου (έτσι λεγόταν το «Ναυάγιο» πριν βρεθεί εκεί το πολυφωτογραφημένο καράβι), βρισκόταν ο νεαρός Διονύσης Ακτύπης και ο πατέρας του, στην ακτή, όπου λίγες ημέρες νωρίτερα είχε προσαράξει το πλοίο «Παναγιώτης» μετά από κυνηγητό με το λιμενικό. Το αμπάρι του ήταν φορτωμένο με μεγάλες ποσότητες λαθραίων τσιγάρων, που συνδέονταν με κυκλώματα της ιταλικής μαφίας.
Ο Διονύσης ήταν δώδεκα χρονών. Ο πατέρας του, ψαράς από γενιά σε γενιά, τον είχε πάρει μαζί του από τα χαράματα για να στήσουν παραγάδια κοντά στους ασβεστολιθικούς βράχους του βορειοδυτικού ακρωτηρίου. Θυμόταν τον ουρανό να είναι ακόμα σκοτεινός, τον αέρα να μυρίζει αλάτι και βροχή, και ξαφνικά, μέσα από τη χαραυγή, να αναδύεται ο σκελετός ενός πλοίου σαν φάντασμα, που τα κύματα τον πλησίαζαν αργά αλλά αναπόφευκτα στην άμμο.
Η ιστορία του «Παναγιώτη» είχε ξεκινήσει πολύ πιο πριν και πολύ πιο μακριά. Το πλοίο, μήκους 48 μέτρων, ναυπηγήθηκε το 1937 στη Σκωτία με το αρχικό όνομα «Saint Bedan». Μετά από πολλές αλλαγές ιδιοκτησίας και ονομάτων, από «Μερόπη» έως «Χάρις», κατέληξε τελικά να ονομάζεται «Παναγιώτης». Ένα γηραιό πλοίο που είχε διαπλεύσει ωκεανούς, διαγράψει πορεία σε δεκάδες λιμάνια και τελικά κατέληξε σε μια ζωή εκτός νόμου, στην υπηρεσία ανθρώπων που έβλεπαν τη θάλασσα ως μια περιπέτεια που οδηγούσε προς το εύκολο κέρδος.

Το ναυαγισμένο πλοίο Παναγιώτης/Photo: Shutterstock

Στιγμιότυπο από την επίσκεψη στο Ναυάγιο/Photo: Θανάσης Διαμαντόπουλος
Η ιστορία είχε ξεκινήσει στις 12 Σεπτεμβρίου, όταν ο καπετάνιος πήρε εντολή από τον ιδιοκτήτη να πλεύσει προς την Ιταλία για να φορτώσει λαθραία τσιγάρα, τα οποία έπρεπε να ξεφορτώσει στην Τυνησία. Στο σχέδιο αυτό δεν υπήρχε περιθώριο για αμφιβολίες ή ηθικά διλήμματα, μόνο για κέρδος και κίνδυνο (το κλασικό δίπολο της παρανομίας). Ο πλοιοκτήτης είχε έρθει σε επαφή με άτομα της ιταλικής Καμόρα, σύμφωνα με τις επικρατέστερες εκδοχές, για να παραλάβει μεγάλη ποσότητα λαθραίων τσιγάρων ανοιχτά του πελάγους, τα οποία στη συνέχεια θα ξεφόρτωναν σε ταχύπλοα σκάφη των Ιταλών ανοιχτά της Νάπολης. Όμως εκεί κάτι πήγε στραβά. Η απληστία αποδείχθηκε μεγαλύτερη από την πίστη. Ο καπετάνιος και το πλήρωμα συνέλαβαν με χρήση όπλου τους Ιταλούς συνοδούς του φορτίου και τους έκλεισαν σε μια καμπίνα, όπου παρέμειναν κλειδωμένοι για 13 ημέρες, με το πλοίο να επιστρέφει στο Ιόνιο.
Αυτό ήταν πλέον πειρατεία εν πλω. Ένα λαθρεμπορικό είχε μετατραπεί σε πλοίο φυγάδων που κυνηγούσε τη σωτηρία στα ελληνικά νερά, με δύο Σικελούς κλεισμένους στο αμπάρι να χτυπούν τους τοίχους και να ουρλιάζουν απειλές στη σκοτεινή καμπίνα τους. Το πλοίο είχε ξεμείνει και από καύσιμα. Ο καπετάνιος προειδοποίησε τον ιδιοκτήτη, καθώς ανέμενε επιδείνωση του καιρού. Εκείνος επέστρεψε στο Αργοστόλι για να του στείλει μαζούτ, αλλά δεν το έπραξε. Τελικά, μέσα σε θύελλα με ανέμους έντασης 8 μποφόρ, έμεινε ακυβέρνητο και, ύστερα από νέα βλάβη στη μηχανή, τα ξημερώματα της 2ας Οκτωβρίου 1980, ο καπετάνιος το έριξε στην αμμουδιά, στη βάση του γκρεμού, στον όρμο του Σπυριλή.

Μετά από πολλές αλλαγές ιδιοκτησίας και ονομάτων, από «Μερόπη» ως «Χάρις», κατέληξε τελικά να ονομάζεται «Παναγιώτης»/Photo: Shutterstock
Άρχισαν τότε να ξεφορτώνουν στη μικρή αμμουδιά τις κούτες με τα τσιγάρα, μήπως και κατορθώσουν να αποκολλήσουν το σκάφος. Όμως τα πράγματα δυσκόλεψαν και δεν τα κατάφεραν, ενώ παράλληλα αρκετές κούτες παρασύρθηκαν από τα κύματα. Το πλήρωμα, αφού ελευθέρωσε τους δύο Ιταλούς, εγκατέλειψε το πλοίο και, σκαρφαλώνοντας την απόκρημνη πλαγιά, βρήκε τρόπο να φτάσει στη Ζάκυνθο. Αυτό ήταν που είδε ο μικρός Διονύσης εκείνο το πρωινό. Ένα πλοίο εγκαταλελειμμένο στην άμμο, ακίνητο σαν νεκρό ζώο, με τα κύματα να χτυπούν τα πλευρά του και τον αέρα να σφυρίζει μέσα από τα σπασμένα παραθυράκια της καμπίνας. Ο πατέρας του τον κράτησε από το χέρι και τον έσπρωξε ελαφρά πίσω. «Μην πλησιάζεις», είπε. «Αυτό το πλοίο φέρνει μπελάδες». Δεν ήξερε τότε ότι αυτό το «μπελαδιάρικο» πλοίο θα γινόταν το πιο διάσημο αξιοθέατο της Ελλάδας. Ότι το πρόβλημά τους θα γινόταν παγκόσμιο θέαμα.
Ακολούθησε στη συνέχεια η λεηλασία του πλοίου. Όποιος ήθελε, πήγαινε στο προσαραγμένο σκάφος και αποσπούσε ό,τι μπορούσε να μεταφερθεί από αυτό. Οι ντόπιοι πήγαιναν με βάρκες, οι περίεργοι πεζοπορούσαν στα μονοπάτια των βράχων και σιγά-σιγά ο «Παναγιώτης» γδύθηκε από ό,τι είχε αξία. Αυτό που έμεινε ήταν ο σκελετός του, ένα σκουριασμένο κουφάρι που κάρφωσε τη μοίρα του για πάντα στην αμμουδιά. Τα χρόνια πέρασαν. Η σκουριά αγκάλιασε το μέταλλο σαν κισσός. Η άμμος, ψιλή και λευκή σαν αλεύρι, στρώθηκε γύρω από το ναυάγιο. Τα νερά του κόλπου, κλεισμένα ανάμεσα σε κατακόρυφους ασβεστολιθικούς βράχους που φτάνουν τα 300 μέτρα ύψος, έπαιρναν έναν τιρκουάζ τόνο που δεν έμοιαζε πραγματικός, περισσότερο έμοιαζε με χρωματισμό από παιδικό βιβλίο παραμυθιών.

Η παραλία «Ναυάγιο» επανακαθόρισε σε μεγάλο βαθμό το τουριστικό προϊόν της Ζακύνθου/Photo: Shutterstock
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ένας Έλληνας φωτογράφος έπεσε τυχαία πάνω στον κόλπο από ψηλά, από το χείλος του βράχου. Η εικόνα που είδε τον καθήλωσε: το σκουριασμένο κουφάρι, βουλιαγμένο στην άμμο στον όρμο Σπυριλή, όπως λεγόταν μέχρι και το 1981. Τράβηξε τη φωτογραφία. Τη μοιράστηκε. Και ο κόσμος άρχισε να αναρωτιέται: πού στη γη είναι αυτό το μέρος; Σύντομα, η παραλία «Ναυάγιο» επανακαθόρισε σε μεγάλο βαθμό το τουριστικό προϊόν της Ζακύνθου και, μέχρι τις κατολισθήσεις του 2019, την επισκέπτονταν έως και 4.000 τουρίστες ημερησίως. Έγινε το πιο φωτογραφημένο τοπίο στην Ελλάδα, ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους τουριστικούς προορισμούς της χώρας, μετά τον Παρθενώνα. Ταξιδιώτες από κάθε γωνιά της γης κατέφθαναν με καΐκια για να αγγίξουν την άμμο, να φωτογραφίσουν το ναυάγιο, να κολυμπήσουν στα νερά που μόνο εκεί έχουν αυτό το χρώμα.

H παραλία έγινε το πιο φωτογραφημένο τοπίο στην Ελλάδα/Photo: Shutterstock
Παραγωγές από τη Νότια Κορέα γύρισαν εκεί τηλεοπτικές σειρές γύρισε εκεί τηλεοπτικές σειρές. Διεθνή περιοδικά το έβαζαν στα εξώφυλλά τους. Drones πετούσαν πάνω από τους βράχους και έστελναν εικόνες σε εκατομμύρια οθόνες σε όλο τον πλανήτη. Ο Διονύσης Ακτύπης, τώρα πενηντάχρονος με άσπρα μαλλιά, κάθεται μερικές φορές σε ένα καφενείο στη Ζάκυνθο και ακούει τους τουρίστες να μιλούν για το «Ναυάγιο» σε γλώσσες που δεν καταλαβαίνει. Χαμογελά και παραγγέλνει ένα ούζο. Σκέφτεται τον πατέρα του, το ψαρόβαρκο, τον κρύο αέρα εκείνου του πρωινού του 1980 και ένα πλοίο που προσαράχθηκε στην άμμο σαν να το έφερε η ίδια η μοίρα.
Γιατί, τελικά, μια σειρά συμπτώσεων προκάλεσε το ναυάγιο ενός λαθρεμπορικού σε μια ερημική παραλία και από τότε άλλαξε η φυσιογνωμία του νησιού, διαφημίζοντάς το σε όλο τον πλανήτη. Τελικά, τα πιο όμορφα αξιοθέατα, τουλάχιστον στη χώρα μας (για να μην πάμε στα μάρμαρα του Λόρδου Έλγιν), συνδέονται με τις πιο σκοτεινές ιστορίες. (Πηγή: Travel.gr)


