Ελληνική ερευνητική ομάδα από το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών ανακάλυψε ότι οι υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες δημιουργούν ισχυρούς κοσμικούς ανέμους που αλλάζουν όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Η έρευνα, με επικεφαλής τον δρ. Αντώνη Γεωργακάκη, έδειξε ότι όταν οι μαύρες τρύπες απορροφούν ύλη γρηγορότερα, το «τρεμόπαιγμα» των ακτίνων Χ γίνεται πιο έντονο. Αυτό είναι το ακριβώς αντίθετο από ό,τι πίστευαν οι επιστήμονες μέχρι τώρα.
Οι περισσότεροι γαλαξίες, μαζί και ο δικός μας, έχουν στο κέντρο τους μαύρες τρύπες με μάζες εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερες από τον Ήλιο. Η βαρυτική τους έλξη παγιδεύει αέρια που περιδινίζονται σε σπειροειδείς δίσκους πριν καταλήξουν στη μαύρη τρύπα. Η διαδικασία θερμαίνει την ύλη σε εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες και παράγει τεράστια ποσά ενέργειας.
Ανατροπή της καθιερωμένης θεωρίας
«Αντίθετα με τις προσδοκίες μας, διαπιστώσαμε ότι το τρεμόπαιγμα των ακτίνων Χ γίνεται ισχυρότερο για μαύρες τρύπες που απορροφούν ύλη με ταχύτερο ρυθμό», εξηγεί ο Γεωργακάκης. Μέχρι σήμερα η επιστημονική κοινότητα πίστευε ακριβώς το αντίθετο – ότι όσο πιο γρήγορα απορροφούσε μια μαύρη τρύπα, τόσο πιο σταθερή ήταν η ακτινοβολία της.
Οι κβάζαρ, όπως ονομάζονται οι υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες που απορροφούν ύλη και εκπέμπουν έντονο φως, αποτελούν μερικά από τα πιο λαμπρά αντικείμενα του σύμπαντος. Η νέα έρευνα βασίστηκε σε παρατηρήσεις του διαστημικού τηλεσκοπίου eROSITA.
Η εξήγηση των κοσμικών ανέμων
Το μυστήριο του έντονου τρεμοπαίγματος λύθηκε όταν οι ερευνητές κατάλαβαν τι συμβαίνει πραγματικά. Οι μαύρες τρύπες δεν απορροφούν απλώς ύλη – δημιουργούν ισχυρούς ανέμους εκροής υλικού που εκτοξεύουν μέρος της ύλης πίσω στο διάστημα. Αυτοί οι κοσμικοί άνεμοι σχηματίζουν νέφη που «κρύβουν» κατά διαστήματα την πηγή φωτός, προκαλώντας τις χαρακτηριστικές διακυμάνσεις στην ακτινοβολία.
Στην ερευνητική ομάδα συμμετείχαν επίσης οι δρ. Μαρία Χήρα και δρ. Angel Ruiz. Το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών συμμετέχει στη γερμανική κοινοπραξία του eROSITA, αναπτύσσοντας εργαλεία λογισμικού για την ανάλυση των παρατηρήσεων. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Monthly Notices» της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας.
