Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι ο τρόπος που μιλάμε μπορεί να αποκαλύπτει πρώιμα σημάδια της νόσου Αλτσχάιμερ. Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Τορόντο διαπίστωσαν ότι η ταχύτητα της καθημερινής ομιλίας αποτελεί καλύτερο προγνωστικό δείκτη γνωστικής πτώσης από την παραδοσιακή δυσκολία εύρεσης λέξεων. Τα ευρήματα αλλάζουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις πρώιμες ενδείξεις της νευροεκφυλιστικής νόσου.
Η έρευνα που άλλαξε τα δεδομένα
Η μελέτη του 2023 εξέτασε 125 υγιείς ενήλικες ηλικίας 18 έως 90 ετών σε διάφορες γλωσσικές ασκήσεις. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να περιγράψουν μια σκηνή και να κατονομάσουν αντικείμενα, ενώ άκουγαν ήχους που επηρέαζαν τη μνήμη τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσο πιο γρήγορα μιλούσε φυσικά ένα άτομο, τόσο πιο γρήγορα ανακαλούσε πληροφορίες.
Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι ηλικιωμένοι εμφανίζουν συχνότερες παύσεις, περισσότερες λέξεις όπως “εε” και “μμ”, καθώς και μειωμένο ρυθμό ομιλίας. Αυτά τα χαρακτηριστικά υποστηρίζουν τη θεωρία της “ταχύτητας επεξεργασίας”, που θεωρεί την επιβράδυνση των νοητικών λειτουργιών ως πυρήνα της γνωστικής φθοράς.
Τεχνητή νοημοσύνη και πρωτεΐνη tau
Παράλληλες έρευνες με τεχνητή νοημοσύνη κατάφεραν να προβλέψουν διάγνωση Αλτσχάιμερ με ακρίβεια έως 78,5% βασιζόμενες αποκλειστικά σε χαρακτηριστικά ομιλίας. Ευρήματα από το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ το 2024 αποκάλυψαν ότι μεγαλύτερες παύσεις και αργός ρυθμός συνδέονται με υψηλότερα επίπεδα πρωτεΐνης tau στον εγκέφαλο – ενός βασικού σημαδιού της νόσου.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα είναι ότι οι συμμετέχοντες με περισσότερη παθολογία tau δεν αντιμετώπιζαν δυσκολία στην εύρεση λέξεων. Απλώς χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να τις εκφέρουν, υποδηλώνοντας ότι οι αλλαγές στην ομιλία προηγούνται των εμφανών προβλημάτων μνήμης.
Παρόλα αυτά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η παρουσία αμυλοειδών πλακών ή πρωτεϊνών tau δεν εγγυάται την ανάπτυξη Αλτσχάιμερ. Απαιτούνται μακροχρόνιες έρευνες για να διαπιστωθεί η πραγματική προγνωστική αξία αυτών των σημαδιών.
