Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ανακοίνωσε ότι η χώρα του θα προσφέρει περαιτέρω στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία, μετά τις τελευταίες ρωσικές επιθέσεις που χαρακτήρισε «πόλεμο τρομοκρατίας εναντίον του άμαχου πληθυσμού». Ο ουκρανικός στρατός θα εξοπλιστεί με συστήματα πυρός μεγάλου βεληνεκούς, χωρίς όμως να αποκαλυφθούν περισσότερες λεπτομέρειες.
«Θέλουμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε προκειμένου να βελτιώσουμε την αντιαεροπορική άμυνα της Ουκρανίας», δήλωσε ο Μερτς κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου με τον Σουηδό πρωθυπουργό Ουλφ Κρίστερσον. Τους τελευταίους μήνες η Γερμανία συζητά εντατικά με την ουκρανική κυβέρνηση για την εφαρμογή των σχεδίων αυτών.
Ο καγκελάριος εξήγησε ότι έχουν συμφωνήσει να μην μιλούν πλέον δημοσίως για λεπτομέρειες, καθώς θεωρούν απαραίτητη «κάποια ασάφεια έναντι της ρωσικής πλευράς σχετικά με τον βαθμό στρατιωτικής στήριξης που προσφέρουμε».
Τρία δισεκατομμύρια επιπλέον με όρους
Η Γερμανία θα διαθέσει το προσεχές έτος επιπλέον τρία δισεκατομμύρια ευρώ για την στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας. Η χρηματοδότηση όμως έχει προϋποθέσεις – η Ουκρανία πρέπει να παραμείνει «αξιόπιστος εταίρος» και αυτό σημαίνει «αδιάκοπη προσέγγιση στην καταπολέμηση της διαφθοράς».
Αναφερόμενος στο πρόσφατο σκάνδαλο διαφθοράς στους κόλπους της ουκρανικής κυβέρνησης, ο Μερτς τόνισε ότι απαιτείται «πραγματικά ανάληψη δράσης, ανάληψη αμείλικτης δράσης κατά της διαφθοράς». Το ίδιο θέμα έθεσε και ο Σουηδός πρωθυπουργός, λέγοντας ότι χρειάζονται «πολύ ειλικρινή λόγια» για τη διαφθορά στην Ουκρανία.
Πίεση για τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία
Ο Γερμανός καγκελάριος επανέλαβε την έκκλησή του προς τους Ευρωπαίους εταίρους να καταλήξουν σε συμφωνία για τη χρήση των «παγωμένων» ρωσικών περιουσιακών στοιχείων πριν από το τέλος του έτους. «Αυτό είναι ο ισχυρότερος μοχλός πίεσης προκειμένου να φέρουμε τη Μόσχα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων», είπε.
Παράλληλα, το ομοσπονδιακό υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε ότι οι Ουκρανοί πρόσφυγες που θα φτάσουν στη Γερμανία μετά την 1η Απριλίου 2025 δεν θα λαμβάνουν πλέον επίδομα του πολίτη, αλλά χαμηλότερα επιδόματα, όπως οι υπόλοιποι αιτούντες άσυλο.
