Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει σήμερα μια πρωτοφανή κατάσταση. Για πρώτη φορά στην ιστορία της πρέπει να διαχειριστεί ταυτόχρονα τρεις μεγάλες απειλές: την οικονομική επέκταση της Κίνας, τις επιθετικές πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ και τη ρωσική επιθετικότητα υπό τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Το πρόβλημα είναι ότι η ευρωπαϊκή οικοδόμηση παραμένει ατελής και διαιρεμένη. Οι εσωτερικές αμφιβολίες και οι βαθιές διαιρέσεις αποδυναμώνουν την ικανότητα της ΕΕ να απαντήσει αποτελεσματικά σε αυτές τις προκλήσεις.
Τρεις μέτωπα, μία κατακερματισμένη Ένωση
Η Κίνα πλημμυρίζει την ευρωπαϊκή αγορά με επιδοτούμενα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αγοράζει στρατηγικές υποδομές και αποσταθεροποιεί τις τοπικές οικονομίες μέσω πλατφορμών όπως η Shein και το Temu. Παράλληλα, ο Τραμπ και ο υποψήφιος αντιπρόεδρός του Τζ. Ντ. Βανς ενθαρρύνουν ανοιχτά τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα.
Από την άλλη πλευρά, η Μόσχα δοκιμάζει καθημερινά την αντοχή της Δύσης στην Ουκρανία και τροφοδοτεί αντιευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις σε όλη την ήπειρο.

Το αποτέλεσμα; Η Ευρώπη δεν έχει ούτε το οικονομικό οπλοστάσιο για να ανταγωνιστεί την Κίνα, ούτε τη στρατηγική αυτονομία για να αποδεσμευτεί από τις ΗΠΑ, ούτε τη στρατιωτική ισχύ για να αποτρέψει το Κρεμλίνο.
Κοινωνίες απρόθυμες για θυσίες
Οι ευρωπαϊκές αδυναμίες δεν είναι μόνο θεσμικές. Οι ευρωπαϊκοί λαοί αρνούνται τις θυσίες που απαιτεί αυτή η τριπλή αντιπαράθεση. Η άνεση της μεταπολεμικής εποχής δημιούργησε κοινωνίες απροετοίμαστες για την προσπάθεια άμυνας.

Οι πολίτες δεν θέλουν να πληρώνουν ακριβότερα για μη κινεζικά προϊόντα ούτε να στηρίξουν μακροπρόθεσμα την Ουκρανία. Παράλληλα, οι δομικές εξαρτήσεις παραμένουν: η Γερμανία δυσκολεύεται να αποκοπεί από την κινεζική αγορά, ενώ η Ουγγαρία του Όρμπαν λειτουργεί ως δίαυλος επιρροής για Πεκίνο και Μόσχα.
Η έκθεση Ντράγκι υπολογίζει σε 1,2 τρισεκατομμύρια ευρώ ετησίως τις αναγκαίες επενδύσεις για να παραμείνει η Ευρώπη ανταγωνιστική έως το 2031. Το ερώτημα είναι αν η ΕΕ θα αποφασίσει επιτέλους να αγωνιστεί με την αναγκαία αίσθηση επείγοντος.
