Ειδικό δικαστήριο του Ντάκα καταδίκασε ερήμην σε θάνατο την πρώην πρωθυπουργό του Μπανγκλαντές Σεΐχ Χασίνα για τη φονική καταστολή αντικυβερνητικών διαδηλώσεων το 2024. Η 77χρονη πολιτικός, που ζει σε εξορία στην Ινδία από τον περασμένο Αύγουστο, απορρίπτει όλες τις κατηγορίες και καταγγέλλει “μεροληπτική και πολιτικά υποκινούμενη” απόφαση.
Σε πεντασέλιδη δήλωσή της, η Χασίνα υποστηρίζει ότι η μεταβατική κυβέρνηση επιχειρεί να “εξουδετερώσει το κόμμα της την Αουάμι Λιγκ ως πολιτική δύναμη”. Είχε χαρακτηρίσει νωρίτερα τη δίκη “φάρσα” και προκάλεσε τις αρχές να φέρουν τις κατηγορίες ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου στη Χάγη.
Το σύστημα ποσοστώσεων που άναψε τη φωτιά
Οι αιματηρές διαδηλώσεις ξεκίνησαν από την οργή των νέων για τον τρόπο κατανομής θέσεων στο δημόσιο. Από τον πόλεμο ανεξαρτησίας το 1971, το 30% όλων των θέσεων της δημόσιας διοίκησης διατηρούνταν για βετεράνους και κυρίως για τους απογόνους τους. Στην πράξη, χιλιάδες περιζήτητες θέσεις δίνονταν βάσει καταγωγής και όχι αξιοκρατίας, συχνά σε υποστηρικτές της Χασίνα.
Για τους φοιτητές και πτυχιούχους που αντιμετώπιζαν εκτόξευση της ανεργίας, το σύστημα ποσοστώσεων έγινε σύμβολο ευνοιοκρατίας. Η μεταβατική κυβέρνηση περιόρισε δραστικά το σύστημα – πλέον μόνο το 5% των θέσεων αποδίδεται σε απογόνους βετεράνων.
Η προσπάθεια σταθεροποίησης
Ο νέος ηγέτης Μοχάμαντ Γιούνους έχει καταφέρει να σταθεροποιήσει κάπως την οικονομία, ενισχύοντας τα συναλλαγματικά αποθέματα και εξασφαλίζοντας δάνεια από το ΔΝΤ. Ωστόσο, το Μπανγκλαντές, μία από τις μεγαλύτερες παραγωγούς ένδυσης παγκοσμίως, χρειάζεται περισσότερες ξένες επενδύσεις για να στηρίξει την εύθραυστη οικονομία της.
Η Χασίνα τονίζει ότι είναι “πολύ περήφανη για το ιστορικό της κυβέρνησής της σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων” και δεν φοβάται να αντιμετωπίσει τους κατηγόρους της “σε ένα σωστό δικαστήριο”.
