Η κυβέρνηση Trump ξεκίνησε το Σάββατο μεγάλη επιχείρηση συλλήψεων μεταναστών στη Charlotte της Βόρειας Καρολίνας. Το επιχειρησιακό σχέδιο “Charlotte’s Web” προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις από τοπικούς αξιωματούχους και οργανώσεις δικαιωμάτων.
Το Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας ανέπτυξε πράκτορες της Συνοριοφυλακής στην πόλη, στοχεύοντας όπως δήλωσε σε “παράνομους ξένους εγκληματίες”. Η βοηθός του υπουργείου Τρίσια ΜακΛάφλιν υποστήριξε ότι 1.400 εντάλματα σύλληψης παραμένουν ανεκτέλεστα λόγω των “πολιτικών πόλεων-καταφυγίων”. Το υπουργείο δεν ανακοίνωσε πόσοι πράκτορες αναπτύχθηκαν ούτε τον αριθμό των συλλήψεων της πρώτης ημέρας.
Μέρος ευρύτερου σχεδίου
Η επιχείρηση στη Charlotte αποτελεί συνέχεια παρόμοιων δράσεων σε δημοκρατικές πόλεις. Προηγούμενες επιχειρήσεις στο Λος Άντζελες και το Σικάγο οδήγησαν σε εκατοντάδες συλλήψεις, προκαλώντας καταγγελίες για υπερβολική χρήση βίας.
Στη Βόρεια Καρολίνα, όπου ζουν περίπου ένα εκατομμύριο μετανάστες, οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Η πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος της πολιτείας Άντερσον Κλέιτον κατήγγειλε ότι “η Συνοριοφυλακή και η ICE συλλαμβάνουν και τρομοκρατούν ανθρώπους στους δρόμους του Charlotte”. Σε ανάρτησή της κατηγόρησε τον Τραμπ ως υπεύθυνο για την “απεχθή δράση”.
Στόχος 600.000 απελάσεις
Τα στοιχεία δείχνουν ραγδαία αύξηση των απελάσεων. Τους πρώτους μήνες της δεύτερης θητείας Τραμπ 400.000 άτομα έχουν απελαθεί, με στόχο τις 600.000 εντός του πρώτου έτους. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τους αριθμούς ως επιτυχία, ενώ οι επικριτές μιλούν για τεράστιο κόστος στις κοινότητες.
Κοινότητες μεταναστών και οργανώσεις δικαιωμάτων καταγγέλλουν την επιχείρηση ως πολιτικοποιημένη επίδειξη δύναμης. Υποστηρίζουν ότι στοχοποιούνται οικογένειες και εργαζόμενοι χωρίς σοβαρές ποινικές εκκρεμότητες.
Η Charlotte βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο εθνικής αντιπαράθεσης που αφορά όχι μόνο τη μεταναστευτική πολιτική, αλλά και τα όρια της ομοσπονδιακής εξουσίας σε πολιτείες που αντιστέκονται στις πρακτικές της Ουάσιγκτον.
