Η υπερμετρωπία είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα διαθλαστικά σφάλματα της όρασης, αλλά με μια ιδιαιτερότητα: μπορεί να παραμείνει κρυφή για δεκαετίες χωρίς να προκαλεί συμπτώματα. Σε αντίθεση με τη μυωπία που εντοπίζεται στην παιδική ηλικία, η υπερμετρωπία συχνά αποκαλύπτεται μετά την ηλικία των 40 ετών.
Το πρόβλημα δημιουργείται όταν το σχήμα του κερατοειδούς εμποδίζει την απευθείας εστίαση του φωτός πάνω στον αμφιβληστροειδή. Ο κερατοειδής είναι πιο επίπεδος και ο οφθαλμός μικρότερος από το φυσιολογικό, με αποτέλεσμα οι ακτίνες φωτός να εστιάζονται πίσω από τον αμφιβληστροειδή.
Ο λόγος που η υπερμετρωπία μένει αθέατη για χρόνια είναι ο φυσικός φακός του ματιού. Όταν συσπάται, στρογγυλεύει και μπορεί να διορθώσει μέχρι και 30 βαθμούς υπερμετρωπίας. Έτσι, πολλοί άνθρωποι ζουν χωρίς γυαλιά μέχρι να χάσει ο φακός την ελαστικότητά του με την ηλικία.
Πότε εμφανίζονται τα συμπτώματα
Οι υπερμέτρωπες συνήθως ανακαλύπτουν την πάθησή τους όταν αρχίζουν να αναπτύσσουν πρεσβυωπία νωρίτερα από τους συνομηλίκους τους μετά τα 40, ή όταν χρειάζονται γυαλιά για να βλέπουν καθαρά μακριά μετά τα 50.
Τα κύρια συμπτώματα περιλαμβάνουν θολή όραση που επιδεινώνεται τη νύχτα, κόπωση των ματιών, δυσκολίες στην ανάγνωση λόγω διπλωπίας και την τάση να μισοκλείνουν ακούσια τα μάτια για καλύτερη εστίαση. Στα παιδιά, η υπερμετρωπία μπορεί να εκδηλωθεί με συχνό τρίψιμο των ματιών ή αποφυγή του διαβάσματος.
Διαγνωστικός έλεγχος και θεραπεία
Η διάγνωση γίνεται εύκολα με ολοκληρωμένη οφθαλμολογική εξέταση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η υπερμετρωπία είναι προδιαγραμμένη γενετικά και καθορίζεται κατά την εμβρυογένεση.
Για διόρθωση μέχρι 5 βαθμούς χρησιμοποιείται laser που προσθέτει δύναμη στον κερατοειδή. Σε μεγαλύτερους βαθμούς, οι επιλογές περιλαμβάνουν τοποθέτηση φακικού ενδοφακού ή πρόωρη επέμβαση καταρράκτη. Στα παιδιά, η διόρθωση απαιτείται μόνο όταν προκαλείται εσωτροπία που επηρεάζει τη στερεοσκοπική όραση.
