Η Νότια Κορέα και οι ΗΠΑ οριστικοποίησαν τη συμφωνία τους για την κατασκευή πυρηνοκίνητων υποβρυχίων, όπως ανακοίνωσε ο πρόεδρος Λι Τζε-μιούνγκ. Η συμφωνία είχε συζητηθεί κατά την επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στη Σεούλ τον Οκτώβριο και αποτελεί στρατηγική εξέλιξη που η χώρα επιδιώκει εδώ και χρόνια.
Η Σεούλ εξασφάλισε αμερικανική υποστήριξη για την επέκταση των δυνατοτήτων της στον εμπλουτισμό ουρανίου και στην επεξεργασία χρησιμοποιημένου καυσίμου. Αυτή η τεχνολογία θα εντάξει τη Νότια Κορέα στη μικρή ομάδα χωρών που διαθέτουν πυρηνοκίνητα υποβρύχια, μαζί με ΗΠΑ, Αυστραλία, Κίνα, Ρωσία, Ινδία, Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Διαφωνία για τον τόπο ναυπήγησης
Παρότι ο Τραμπ είχε δηλώσει στο X ότι το νέο υποβρύχιο θα κατασκευαστεί στη Φιλαδέλφεια, η Σεούλ αμφισβητεί αυτή την εκδοχή. Ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Γουί Σουνγκ-λακ τόνισε πως οι συνομιλίες διεξήχθησαν “με τη βάση ότι η ναυπήγηση θα γίνει στη Νότια Κορέα” και το ζήτημα “έχει πλέον διευθετηθεί”.
Η διαφωνία αυτή είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς η τεχνογνωσία των αμερικανικών πυρηνοκίνητων υποβρυχίων θεωρείται από τα πιο αυστηρά προστατευμένα στρατιωτικά μυστικά παγκοσμίως.
Οικονομικές δεσμεύσεις και αντιδράσεις
Η Νότια Κορέα δεσμεύεται να δαπανήσει 25 δισ. δολάρια για την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων έως το 2030 και να προσφέρει 33 δισ. δολάρια σε υποστήριξη προς τις αμερικανικές δυνάμεις στη χώρα. Επιπλέον, ανακοινώθηκε μείωση κατά 15% των αμοιβαίων δασμών στα αυτοκίνητα και πρόγραμμα επενδύσεων 350 δισ. δολαρίων από νοτιοκορεατικές επιχειρήσεις στις ΗΠΑ.
Η Κίνα εξέφρασε άμεσα την ανησυχία της, υποστηρίζοντας ότι η συνεργασία επηρεάζει “το παγκόσμιο καθεστώς μη διάδοσης πυρηνικών και τη σταθερότητα της κορεατικής χερσονήσου”. Για το Πεκίνο, η συμφωνία ανατρέπει τα περιφερειακά ισοζύγια σε περίοδο έντασης.
Με αυτή τη συμφωνία, η Νότια Κορέα εδραιώνει τον ρόλο της ως βασικός στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ στον Ινδο-Ειρηνικό, ενώ η Ουάσινγκτον ενισχύει έναν κρίσιμο σύμμαχο σε μια περιοχή που αναδιαμορφώνεται γεωπολιτικά.
