Ο ιός Epstein-Barr πίσω από κάθε περίπτωση λύκου – Νέα έρευνα από το Στάνφορντ

admin
2 Min Read

Μια νέα έρευνα του Πανεπιστημίου Στάνφορντ φέρνει επανάσταση στην κατανόηση του ερυθηματώδη λύκου. Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι ο ιός Epstein-Barr βρίσκεται πίσω από σχεδόν κάθε περίπτωση της αυτοάνοσης νόσου, δίνοντας τα πιο ισχυρά στοιχεία που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα.

Ο ιός Epstein-Barr, γνωστός ως αιτία της «νόσου του φιλιού», είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους ιούς παγκοσμίως. Η νέα μελέτη δείχνει ότι μπορεί να ενεργοποιεί επικίνδυνους μηχανισμούς στο ανοσοποιητικό σύστημα που οδηγούν στην εμφάνιση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου.

Πώς δρα ο ιός στον οργανισμό

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ο ιός μολύνει και επαναπρογραμματίζει συγκεκριμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού, τα λεγόμενα Β κύτταρα. Στους ασθενείς με λύκο, ο αριθμός των μολυσμένων Β κυττάρων είναι έως 25 φορές μεγαλύτερος από ότι σε υγιή άτομα.

Η μόλυνση από τον ιό ενεργοποιεί γονίδια που ενισχύουν τις φλεγμονώδεις αντιδράσεις. Τα προσβεβλημένα Β κύτταρα μετατρέπονται σε κύτταρα που παράγουν αυτοαντισώματα – ουσίες που επιτίθενται στους ίδιους τους ιστούς του σώματος. Αυτή η διαδικασία προκαλεί συστηματικές αυτοάνοσες αντιδράσεις, εξηγώντας τις περιοδικές εξάρσεις και υφέσεις των συμπτωμάτων που χαρακτηρίζουν τον λύκο.

Νέες θεραπευτικές προοπτικές

Ο επικεφαλής της έρευνας, ανοσολόγος William Robinson, χαρακτήρισε την ανακάλυψη «το πιο σημαντικό εύρημα της καριέρας του». Τα αποτελέσματα ενδέχεται να εξηγούν το 100% των περιστατικών λύκου, ανοίγοντας νέους δρόμους για τη θεραπεία.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science Translational Medicine, μπορεί να οδηγήσει σε στοχευμένες ανοσοθεραπείες που αντικαθιστούν τα ελαττωματικά Β κύτταρα. Τέτοιες θεραπείες έχουν ήδη δείξει εντυπωσιακά αποτελέσματα σε κλινικές δοκιμές.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα ευρήματα μπορεί να σχετίζονται και με άλλες ασθένειες που συνδέονται με τον ιό Epstein-Barr, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, η μακροχρόνια COVID και το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης. Ο λύκος, που περιγράφηκε για πρώτη φορά τον 9ο αιώνα, μπορεί τελικά να έχει ιογενή προέλευση.

Share This Article