Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Ράις στις ΗΠΑ ανέπτυξαν μια πρωτοποριακή μέθοδο για τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων, που συνδυάζει υπέρηχο με γονιδιακή θεραπεία. Η τεχνική δοκιμάστηκε με επιτυχία σε πειραματόζωα και στοχεύει τον ιππόκαμπο, την περιοχή του εγκεφάλου που συνδέεται με τις κρίσεις. Το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι δεν χρειάζεται χειρουργική επέμβαση ή μόνιμα εμφυτεύματα.
Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Γέρζι Σαμπλόφσκι χρησιμοποιεί μια εφάπαξ διαδικασία που επιτρέπει στους γιατρούς να ρυθμίζουν αργότερα τη δραστηριότητα του εγκεφάλου με ένα απλό φάρμακο που παίρνεται από το στόμα. “Πολλές νευρολογικές παθήσεις προκαλούνται από υπερδραστήρια κύτταρα σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Η προσέγγισή μας χορηγεί τη θεραπεία ακριβώς εκεί, όπου χρειάζεται”, εξηγεί ο ερευνητής.
Πώς λειτουργεί η νέα τεχνική
Η μέθοδος, που ονομάζεται “Acoustically Targeted Chemogenetics” (ATAC), χρησιμοποιεί μικροσκοπικές φυσαλίδες γεμάτες αέριο που εγχέονται στο αίμα. Όταν ο υπέρηχος εστιάζει στον ιππόκαμπο, οι φυσαλίδες πιέζουν απαλά τα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων και ανοίγουν προσωρινά μικροσκοπικά παράθυρα στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Αυτά τα ανοίγματα κλείνουν φυσιολογικά μέσα σε λίγες ώρες, αλλά είναι αρκετά μεγάλα για να επιτρέψουν στους φορείς γονιδιακής θεραπείας να φτάσουν στον στόχο. Οι τροποποιημένοι φορείς μεταφέρουν γενετικές οδηγίες για έναν μοριακό “διακόπτη”, που επιτρέπει στους νευρώνες να ανταποκρίνονται σε φάρμακα που καταστέλλουν την υπερδραστηριότητα.
Προοπτικές για κλινική εφαρμογή
Ο Χόνγκχάο Λι, πρώτος συγγραφέας της μελέτης, τονίζει ότι “στοχεύοντας με ακρίβεια τον ιππόκαμπο, μπορούμε να περιορίσουμε την υπερδιέγερση εκεί, όπου χρειάζεται, αφήνοντας ανέπαφο τον υπόλοιπο εγκέφαλο”. Η ερευνητική ομάδα θεωρεί ότι η μέθοδος θα μπορούσε να επιταχύνει την ανάπτυξη νέων θεραπειών, αφού τόσο η εστιασμένη χρήση υπερήχων όσο και η γονιδιακή θεραπεία δοκιμάζονται ήδη σε κλινικές μελέτες.
Ο τελικός στόχος είναι η δημιουργία μιας ευέλικτης πλατφόρμας που θα φτάνει με ασφάλεια σε οποιαδήποτε περιοχή του εγκεφάλου και θα επιτρέπει στους γιατρούς να την ελέγχουν κατά βούληση. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ACS Chemical Neuroscience”.
